Ιωάννα Βισβίκη
Θα ξεκινήσω από τον γενικότερο τίτλο Σχολείο και ψυχική υγεία, για να μπορέσω στη συνέχεια να εστιάσω σ’ αυτό που θα με ενδιέφερε να σχολιάσω και να ανταλλάξω μαζί σας πάνω σ’ αυτό, επιχειρώντας να πιάσω το θέμα της βίας και της σχέσης της με την ομιλία στη ρίζα του, για να δούμε αν και ποιους ορίζοντες έχει να μας ανοίξει.
Σχολείο
Καταρχήν, η λέξη σχολείο προέρχεται από την αρχαία ελληνική «σχόλη», που είναι ο ελεύθερος χρόνος, ο χρόνος ξεκούρασης, αναψυχής, όπου οι αρχαίοι Αθηναίοι σύχναζαν, γύριζαν στην αγορά και φιλοσοφούσαν. Αυτός ήταν ο φυσικός χώρος στον οποίον άνθησαν οι τέχνες και τα γράμματα που έθεσαν τα θεμέλια για τον πολιτισμό μας έως σήμερα. Πώς θα μας φαινόταν άραγε σήμερα, το σχολείο να ήταν ένας χώρος όπου καθένας μέσα από την ελεύθερη δραστηριότητα, θα μπορούσε να ασχοληθεί με ό,τι ήθελε, να μάθει ό,τι του άρεσε, να δημιουργήσει ό,τι πραγματικά έχει αξία για κείνον; Μάλλον αδιανόητο!
Περάσαν από τότε αιώνες. Ολόκληρη η προβληματική του σχολείου θεμελιώθηκε εντελώς διαφορετικά! Και ειδικότερα, άλλαξε ριζικά από τον 17ο αιώνα και μετά. Tα πρώτα σχολεία φτιάχνονται από την εκκλησία, που ήθελε να εκπαιδεύσει τους μελλοντικούς χριστιανούς, και λίγο αργότερα, από τις πρώτες επιχειρήσεις που θέλησαν να εκπαιδεύσουν τους εργάτες στην τέχνη που χρειαζόταν η επιχείρησή τους. Είχαμε λοιπόν μια εκπαίδευση σε εθελοντική βάση, αλλά και λόγω της οικονομικής ανάγκης που είχαν τα άτομα για να κερδίσουν τα προς το ζην. Να θυμίσουμε κιόλας ότι τα παιδιά ήταν εργαζόμενοι από την ηλικία των 8 ετών! Βλέπουμε πώς αλλάζει ακόμα και η έννοια παιδί, ή η έννοια παιδική ηλικία!
Τα σχολεία περνούν στο κράτος μόνο αργότερα. Κι από την αρχή του 19ου αιώνα κι έπειτα, μετά, επίσης, κι από τις διακηρύξεις των δικαιωμάτων του γαλλικού διαφωτισμού, η εκπαίδευση γίνεται υποχρεωτική και στοχεύει να δημιουργήσει επαγγελματίες ικανούς και υπάκουους και πολίτες παραγωγικούς.
Από αυτή τη στιγμή και μετά, έχουμε καθοριστικές αλλαγές. Η εκπαίδευση οργανώνεται στη βάση ενός κεντρικού σχεδίου λειτουργίας, μ’ ένα σύστημα μάλιστα, παραδόξως, θα λέγαμε, που το δανείζεται από τις φυλακές (οριοθέτηση του χώρου με μάντρες, ομοιόμορφη εμφάνιση των παιδιών, κοινές συνήθειες :κοντό μαλλί, κ.α.),μας λένε όσοι έχουν μελετήσει την διαδρομή του εκπαιδευτικού συστήματος.
Κι εδώ νομίζω ότι ερχόμαστε στη ρίζα του θέματος! Αυτός ο κεντρικός σχεδιασμός-κανονισμός λειτουργεί με βάση την ομοιομορφία, την ισοπέδωση, τον εξορισμό της διαφοράς και την προκρούστεια λογική. Όλοι οι μαθητές καλούνται πια να είναι ίσοι και ίδιοι: ίδιο και ίσο επίπεδο μόρφωσης, ίδιες και ίσες δυνατότητες, ίδιες και ίσες επιδόσεις… Απόδειξη ένα παιδί με ένα διαφορετικό επίπεδο σ’ αυτούς τους δείκτες, να μην μπορεί να τα καταφέρει και κανείς να μην μπορεί να κάνει κάτι για αυτό…! Το λέμε συνήθως, ότι ένα παιδί πολύ έξυπνο βρίσκει το σχολείο βαρετό γιατί θέλει κάτι παραπάνω, ενώ ένα παιδί με λιγότερες δυνατότητες πρέπει να φτάσει τον καλύτερο (!) ή αλλιώς «απορρίπτεται», αφήνεται εκτός ουσιαστικής διαδικασίας και βοήθειας, ή συχνά, για παράδειγμα, μένει στην ίδια τάξη.
Κι ως προς αυτό το μοντέλο, σχολείο και οικογένεια είναι όλοι σύμφωνοι. Λειτουργούν αλληλοσυμπληρωματικά και με τον ίδιο στόχο: πώς το παιδί θα φτάσει στο επίπεδο που έχει ήδη πριν απ’ αυτό προσδιοριστεί γι’ αυτό! Βλέπουμε λοιπόν μάλλον την παθητική θέση στην οποία μπαίνει εκ προοιμίου το παιδί και για την οικογένεια και για το σχολείο. Δεν χρειάζεται να πούμε τι συμβουλές δίνουμε στα παιδιά μας για να το επιβεβαιώσουμε αυτό…
Πολλά ερωτήματα εγείρονται, αν θέλει κανείς να καταλάβει ποιο είναι το εκπαιδευτικό μας σύστημα και πώς λειτουργεί. Γιατί, πράγματι, για να μπορέσεις να αλλάξεις κάτι και να το αλλάξεις προς το καλύτερο, χρειάζεται να το κατανοήσεις.
Ψυχική υγεία
Από ψυχικής άποψης, και σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να σταθώ, η νέα προβληματική που μόλις περιέγραψα, μας οδηγεί στη διαπίστωση ότι το φαινόμενο της βίας είναι εγγενές, εσωτερικό δηλαδή στην ίδια την εκπαίδευση. Άλλωστε, μας το είπε κι ο Φρόιντ, ο άνθρωπος κατέχεται από ορμές. Ο πολιτισμός και η εκπαίδευση έχουν ως στόχο να τιθασεύσουν και να χαλιναγωγήσουν αυτές τις ορμές, για να μπορέσει ο άνθρωπος να συγκροτήσει κοινωνία. Και κάπου στα 6-7 χρόνια, το παιδί μπορεί να θεωρηθεί έτοιμο για να εκπαιδευτεί, διότι μπαίνει στην λανθάνουσα περίοδο, όπως τη λέμε, όπου οι ορμές του θα μπορέσουν να κατευναστούν κατά μεγάλο μέρος και έτσι θα μπορέσουν να μετουσιωθούν στην αγάπη για τη γνώση και τις πνευματικές ή άλλες δραστηριότητες. Αυτό, θα λέγαμε ότι είναι κάτι φυσικό, κάτι που συμβαίνει κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Το πρόβλημα όμως ξεκινά από τη στιγμή που αυτές οι εκπαιδευτικές απαιτήσεις έρχονται να συναντήσουν ένα σύστημα που επιβάλλει την ομοιομορφία και τη λογική του Προκρούστη… Και κάπως έτσι καταλαβαίνουμε ότι έχουμε ξεφύγει μακράν από την ουσία της έννοιας παιδεία! Παιδεία και εκπαίδευση είναι πια έννοιες ξεχωριστές και ακόμα περισσότερο αντίθετες!
Για τον απλό λόγο, καταρχήν, ότι στην παιδεία δεν χωράει βία. Στην παιδεία, η μόνη και βασική αρχή είναι η επιθυμία του ίδιου του ατόμου, εκείνου που, για δικούς του λόγους, θέλει να μάθει ή να μην μάθει κάτι. Η επιθυμία να μάθω είναι εκείνη που βρίσκεται στη ρίζα της επιθυμίας γνώσης. Για να μάθω χρειάζεται να το θέλω και να είναι για μένα μια βαθιά ανάγκη σχεδόν. Και αυτό σημαίνει ότι η επιθυμία να μάθει κανείς δεν επιβάλλεται, αλλά ξυπνά, εμπνέεται, μέσα σε συνθήκες που σέβονται το παιδί και τον έφηβο και την όποια διαφορετικότητα ή ιδιαιτερότητά του.
Όταν αυτό λοιπόν παραβιάζεται, αυτό συνιστά βία. Ίσως αυτή είναι η πρώτη βία που συμβαίνει στο χώρο του σχολείου… Ξεκινάμε λοιπόν να αντιμετωπίσουμε το φαινόμενο της βίας μ’ ένα κακό προηγούμενο… που έχει μεγάλη σημασία όμως για τον ψυχισμό του παιδιού.
Αν έρθουμε λοιπόν στο θέμα της ψυχικής βίας, θα πρέπει να βάλουμε στο παιχνίδι κι έναν άλλο όρο, εκείνο της επιθετικότητας. Για να διακρίνουμε όμως τους δυο όρους, θα πούμε ότι βία είναι το φαινόμενο, αυτό που φαίνεται, δηλαδή, αυτό που συμβαίνει και το βλέπουμε και επιθετικότητα είναι η τάση, η ορμή που μπορεί να οδηγήσει στη βία.
Κι εδώ έχουμε να κάνουμε μια σημαντική παρατήρηση: η επιθετικότητα δεν είναι συμπεριφορά, σύμπτωμα που πρέπει να θεραπευτεί, αλλά η βάση της εξέλιξης και της ανάπτυξης του ανθρώπινου ψυχισμού. Κάθε άνθρωπος γεννιέται με μια ορμή επιθετικότητας, η οποία του δίνει τη δυνατότητα να αμυνθεί, να καθορίσει τα όριά του, να οριοθετήσει την ύπαρξή του, να ικανοποιήσει τις ανάγκες του και να εξελιχθεί. Διαφορετικά, θα του έλειπε ένα βασικό κομμάτι της αυτονομίας του.
Αυτή η επιθετικότητα λειτουργεί ως ορμή αυτοσυντήρησης μπροστά στις βίαιες μεταβολές που συμβαίνουν στη ζωή του. Έχουμε το παράδειγμα της αδερφικής ζήλειας ως ένα αρκετά εύγλωττο παράδειγμα με τη γέννηση του μικρού αδερφού που εκθρονίζει το παιδί από την αποκλειστικότητα της αγάπης των γονιών του. Είναι κάτι αρκετά βίαιο για το παιδί, το βλέπουμε στις θεραπείες των μικρών παιδιών, είναι ένας τραυματισμός, αλλά φυσικός, δηλαδή θα ξεπεραστεί τις περισσότερες φορές από μόνος του.
Η παιδική ηλικία και η εφηβεία είναι λοιπόν μια εποχή πρωτόγνωρων πειραματισμών συμπεριφορών και πράξεων. Και πρέπει να πούμε ότι το να παίρνουν ρίσκα, δηλαδή να τεστάρουν τα όρια, τα δικά τους και των συνομήλικων τους, ή των ενηλίκων που τους περιβάλλουν, είναι συμπεριφορές που βρίσκονται μέσα στη διαδικασία της αυτονόμησής τους. Τα όρια ανάμεσα στο γνωστό και στο άγνωστο, το επιτρεπτό και το απαγορευμένο, το νόμιμο και το παράνομο, είναι γι’ αυτά σημαντικές δοκιμασίες ζωής που κάποτε, γίνονται επικίνδυνα παιχνίδια, όπως επιθετικές συμπεριφορές απέναντι στους άλλους, έλλειψη ορίων, καταθλιπτικές καταστάσεις, βία, σχολική αποτυχία, ή οδηγούν στην απόσυρση, την αδιαφορία, την αναστολή, όπου ο μαθητής δεν επιθυμεί ακριβώς να μάθει τίποτα…
Όμως, πρέπει να ξέρουμε ότι μόνο οι προσωπικές τους απαντήσεις και θέσεις, εκείνες που θα δώσουν τα ίδια και κανένας άλλος, σ’ αυτές τις δοκιμασίες, είναι εκείνες που θα τους ανοίξουν τον ορίζοντα της μελλοντικής ζωής τους. Είναι μια όχι ανώδυνη διαδικασία, ιδιαίτερα για την εφηβεία, καθότι, στην ουσία, πρόκειται για εσωτερικές και κάποτε βίαιες συγκρούσεις μέσα τους. Αυτές οι εσωτερικές βίαιες συγκρούσεις, αν δεν βρουν τρόπο να αντιμετωπιστούν και να οδηγήσουν το νέο άνθρωπο να επενδύσει προς μια δημιουργική κατεύθυνση ζωής, υπάρχει ο κίνδυνος να εξωτερικευτούν και να συγκροτήσουν τις μορφές βίας που συχνά βλέπουμε γύρω μας και ειδικά στις νεαρές πια ηλικίες.
Κι εδώ, έχουμε ένα σημαντικό δεδομένο: παρατηρούμε συχνά, αν και όχι αποκλειστικά, ότι οι άνθρωποι που διαπράττουν βίαιες πράξεις είναι συχνά ανίκανοι να μιλήσουν και να εκφραστούν, σαν να μην μπορούν να μεταβολίσουν αυτό που τους συμβαίνει σε λόγια και σκέψεις. Είναι τόση η εσωτερική τους οδύνη που δεν μπορούν να επεξεργαστούν τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους και τα κάνουν «ωμή» πράξη. Αυτό μας δίνει μια καλή ιδέα για τη σημασία της ομιλίας και την προστατευτική της λειτουργία.
Η ομιλία
Η διάσταση της ομιλίας στον άνθρωπο είναι καθοριστικής σημασίας. Η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο για να επικοινωνούμε, είναι καταρχήν ένας κόσμος μέσα στον οποίο ερχόμαστε με τον ερχομό μας στον κόσμο. Βαπτιζόμαστε μέσα στη γλώσσα πολύ πριν την μιλήσουμε οι ίδιοι. Η ομιλία δεν είναι όμως το μπλα-μπλα της καθημερινότητάς μας. Αυτή η καθημερινή συνήθεια ανταλλαγής λέξεων που τις περισσότερες φορές δεν μας αφορά. Είναι κάτι πολύ περισσότερο. Είναι μια πράξη. Είναι μια πράξη ομιλίας. Μιλώ σημαίνει, προσπαθώ να βάλω σε λόγια κάτι από τον εαυτό μου, κάτι από αυτό που είμαι και κάτι από αυτό που μου συμβαίνει. Κι όταν αυτό το κάνω, δηλαδή μπορώ να μιλήσω και να πω τι σκέφτομαι ή τι δεν σκέφτομαι, τότε μετά από την ομιλία δεν είμαι ο ίδιος άνθρωπος. Έχω κάτι από μένα μετατρέψει σε λόγο. Κι εν ολίγοις, έτσι μπορώ να αρχίσω να επεξεργάζομαι αυτά που υπάρχουν μέσα μου, ως λόγια, ως σκέψεις, συναισθήματα ή βιώματα.
Εκείνο που είναι όμως το ιδιαίτερο στην ομιλία και το οποίο έχει καταλυτική σημασία είναι ότι η ομιλία απευθύνεται. Μιλώ σημαίνει απευθύνομαι σε κάποιον. Πολλές φορές, μπορεί αυτός να είναι κι ο εαυτός μου. Αυτό το σημάδι της απεύθυνσης δηλώνει ότι βρίσκομαι σε μια σχέση με κάποιον άλλον και μπορώ να του μιλήσω. Ή να τον κάνω να με ακούσει. Να του δώσω τα λόγια μου. Είναι εντυπωσιακό πως τα μικρά παιδιά πολλές φορές δεν δίνουν τα λόγια τους. Τους ρωτάμε πως σε λένε και δεν απαντούν! Και χρειάζεται λίγος χρόνος για να σκεφτούν τι τους ζητάμε, χρειάζεται συχνά μια σύντομη εξοικείωση μερικών λεπτών, για να αρχίσουν μετά να μιλούν και πολλές φορές ασταμάτητα. Κάτι λύνεται, η γλώσσα λύνεται, κατά έναν τρόπο, ο εαυτός λύνεται…, όταν απευθυνθούμε.
Πότε απευθυνόμαστε όμως πραγματικά; Θα ήταν ενδιαφέρον εδώ, όλοι όσοι βρισκόμαστε σ’ αυτή την αίθουσα, να κάνουμε έναν ελεύθερο συνειρμό… και να συλλέξουμε τις απαντήσεις μας… Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον! Θα πω, όμως, συνοπτικά ότι απευθυνόμαστε όταν θέλουμε, όταν ζητάμε, κάτι από τον άλλον. Όταν θέλουμε να του ζητήσουμε κάτι, όχι οπουδήποτε πράγμα, αλλά εκείνο που για μάς έχει αξία, είναι πολύτιμο, αναγκαίο για εμάς τους ίδιους. Αυτό το γεγονός ορίζει αυτό που ονομάζουμε προσωπική σχέση δύο ανθρώπων, δύο υποκειμένων. Δύο υποκείμενα που μεταξύ τους και με τον όρο ότι διαμεσολαβείται η γλώσσα, κατασκευάζουν έναν δικό τους και μόνο δικό τους χώρο ανταλλαγής ομιλίας, λόγου. Εκεί λοιπόν ζητά ο ένας από τον άλλον αυτό που του είναι πολύτιμο, μέσα από τη φιλία, τη συνεργασία, ή και την απλή καθημερινή επαφή. Αυτό που πολύ απλά ονομάζεται σχετίζεσθαι, σχέση.
Η σχέση υπάρχει από τη στιγμή που υπάρχει απεύθυνση. Και τελικά, η σχέση γίνεται ένας τόπος μοιράσματος, συν-κινητικός, δηλαδή κινούμαστε μαζί… σ’ αυτόν το τόπο της σχέσης, και ό,τι ηλικία, ρόλο, ιδιότητα και να έχει καθένας, είμαστε ίσοι! Όχι ίδιοι! Ούτε είμαστε ίδιοι, ούτε θέλουμε να γίνουμε ίδιοι, αλλά αντίθετα θέλουμε να μάθουμε από τη διαφορά μας. Ο ενήλικας από το παιδί, το παιδί από τον ενήλικα, το παιδί από το γονιό, ο δάσκαλος από το παιδί και ούτω καθεξής.
Στο πλαίσιο του σχολείου, μιας κι αυτό εξετάζουμε σήμερα, αυτό διαμορφώνει μια σχέση δυο ανθρώπων όπου τα πράγματα μπορούν να ακουστούν διαφορετικά. Γιατί η εκπαίδευση δεν είναι μια λίστα από συνταγές, εντολές, αξίες, απαγορεύσεις. Είναι καταρχήν ένα δίκτυο σχέσεων και δεσμών, επικεντρωμένο στη διαδικασία καλλιέργειας και επένδυσης της επιθυμίας για γνώση. Εκείνο, δηλαδή, που πρέπει να κάνουμε εκεί, είναι να ξυπνήσουμε την περιέργεια του παιδιού για τη γνώση. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε μια αρκετά καλή μεταβιβαστική σχέση, όπως λέμε, αλλά δεν θα την αναπτύξουμε περαιτέρω εδώ, μεταξύ δασκάλου και μαθητή, που θα μπορέσει να χωρέσει την ιδιαίτερη επιθυμία του ενός να μάθει και του άλλου να διδάξει. Η συνάντηση, η διασταύρωση αυτών των δυο επιθυμιών σηματοδοτεί την εκπαίδευση. Πρέπει να υπάρχει η επιθυμία του δάσκαλου για να μπορέσει να δημιουργηθεί η επιθυμία του μαθητή και μάλιστα μ’ έναν αρκετά μεταδοτικό τρόπο, θα λέγαμε.
Γι’ αυτό και είναι καθοριστικής σημασίας να σκεφτούμε τι περιμένουμε από το σχολείο, ποιούς στόχους θέτουμε και πώς, κι αν μπορούμε να αξιολογήσουμε, να εκτιμήσουμε, τις παρεμβάσεις μας ως εκπαιδευτικοί και γονείς. Πιθανόν, να χρειαστεί να αναθεωρήσουμε, να βελτιώσουμε, να ανατρέψουμε στάσεις και στόχους. Αλλά το να μην λαμβάνουμε υπόψη την ιδιαίτερη επιθυμία του μαθητή και τη μοναδικότητά του μπορεί να οδηγήσει στην αναποτελεσματικότητα και την αποτυχία την εργασία μας και τις επιδιώξεις μας.
Το να δημιουργήσουμε λοιπόν υποκειμενικούς δεσμούς στη σχολική κοινότητα, νικώντας την αποξένωση και την απομόνωση της εποχής, είναι μια κατεύθυνση που πάει ενάντια στη όποια βία και τον όποιο αποκλεισμό.
Για να πετύχουμε αυτή τη διαφορετική ακρόαση του μαθητή στο χώρο του σχολείου, και να χτίσουμε ένα πλέγμα δεσμών όπου θα απορροφά τις δυσκολίες και θα φωτίζει με γόνιμο και όσο το δυνατόν λιγότερο ανταγωνιστικό τρόπο τις ιδιαιτερότητες, έχουμε, θα έλεγα 2 εργαλεία: την πράξη και τη σκέψη.
Καταρχήν, λέγοντας πράξη, εννοούμε τη δημιουργική πράξη, αυτή στην οποία μπορεί κανείς να επενδύσει με την ψυχή του. Τότε, η πράξη συνιστά για το άτομο (μαθητή και εκπαιδευτικό) ένα χώρο (εξωτερικό), όπου μπορεί να δράσει μαζί, να συμπορευτεί με τον άλλο για την δημιουργία ενός κοινού πράγματος, ενός κοινού στόχου. Πολλά τα παραδείγματα-προτάσεις αυτής της πράξης-σύμπραξης: ομαδικά παιχνίδια, ομαδοσυνεργατικές δραστηριότητες, μαθησιακές ή άλλες, κοινά και συλλογικά έργα, παρουσιάσεις, εργασίες, όπου τα παιδιά μπορούν να συνομιλήσουν και να χτίσουν τους δεσμούς τους μέσα από την ανταλλαγή και το μοίρασμα. Δεν είναι τυχαίο που όταν ρωτάμε τα παιδιά τι θα ήθελαν απ’ το σχολείο τους, μας λένε να γνωριστούν και να συνδεθούν μεταξύ τους.
Επίσης, το ίδιο ισχύει και για τους εκπαιδευτικούς. Έχει παρατηρηθεί ότι τα σχολεία με λιγότερες δυσκολίες και σημαντικότερη δημιουργική δραστηριότητα είναι τα σχολεία όπου οι εκπαιδευτικοί συνεργάζονται με ευχαρίστηση και δημιουργικότητα οι ίδιοι μεταξύ τους δημιουργώντας ανάμεσά τους αυτόν τον κοινό τόπο επεξεργασίας θεμάτων και δυσκολιών.
Και δεύτερο εργαλείο είναι η σκέψη και μάλιστα η συ(ν)σκέψη. Δηλαδή η ενεργή συναισθηματική και νοητική παρουσία του άλλου, του ενήλικα, του εκπαιδευτικού. Είμαι πραγματικά διαθέσιμος για τον άλλον; Θέλω να συζητήσω μαζί του; Δηλ. αυτό είναι κάτι που θα μου προσφέρει εμένα; Ή απλώς θα πρέπει να το κάνω; Αν η σκέψη και η ανταλλαγή ξεκινά από τη δική μου επιθυμία για μένα και για τον άλλο, τότε μόνο θα μπορέσει να δημιουργηθεί αυτός ο κοινός τόπος μεταξύ μας. Ανοιχτές και κλειστές συζητήσεις, συνελεύσεις, ελεύθερες ή με τη χρήση κάποιων εργαλείων όπως διηγήσεις, συνεντεύξεις, εικαστικά μέσα, θεατρικές εκδηλώσεις, και ό,τι άλλο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έναυσμα για αυτό το μοίρασμα της σκέψης, με εντυπωσιακά, πολλές φορές, αποτελέσματα.
Και σιγά-σιγά, μέσα από αυτή τη σύ-μπραξη, τη συν-δημιουργία, και την σκέψη-σύσκεψη, θα δημιουργηθεί ένας απαραίτητος εσωτερικός χώρος στον καθένα (στον εκπαιδευτικό και το μαθητή) όπου θα μπορεί να επεξεργάζεται και να σκέφτεται χωρίς απαραίτητα την παρουσία του άλλου, ο ίδιος για τον εαυτό του. Αυτός είναι ο χώρος της αυτογνωσίας και της αυτό εκτίμησης, της ώριμης αναζήτησης εαυτού, που πολλές φορές παραπονιόμαστε ότι λείπει από τους νέους.
Αυτά λοιπόν τα εργαλεία, θα έλεγα ότι χρειάζεται να τα ακονίζουμε διαρκώς, για να μπορέσουμε να μεταλλάξουμε τη βία και τη δυσκολία σε ενεργή δύναμη, βγάζοντας το άτομο απ’ τη μοναχική του προσπάθεια και αγωνία. Κι αυτό βρίσκεται στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη της βίας, εφόσον είναι σαφές ότι αν δεν θέλω βία, δεν μεταχειρίζομαι βία. Δεν απαντώ στη βία με βία. Κι επειδή, όπως είπαμε στην αρχή, το φαινόμενο της βίας είναι ένα δομικό στοιχείο στην εκπαίδευση, χρειάζεται πολλή προσοχή για να μην μπούμε σε ένα φαύλο αδιέξοδο κύκλο, όπου ο καθένας θα προσπαθεί να επιβάλλει τη βούλησή του στον άλλον.
Τελειώνοντας, λοιπόν, συνοψίζω κάπως κάποια χρήσιμα σημεία-προτάσεις προς τους ενήλικες, γονείς και εκπαιδευτικούς, αλλά και για όλους μας, επακόλουθες των όσων είπα:
Ακούστε! Πολλά από τα προβλήματα λύνονται και μόνο αν τα ακούσουμε… με ανοιχτά αυτιά: είτε στο πλαίσιο του σχολείου, είτε στο πλαίσιο της οικογένειας, η διάσταση του «ακούω» φαίνεται να έχει καθοριστική σημασία. Το να ακούω χωρίς να θέλω να πείσω ή να επιβάλλω, το να ακούω τι συμβαίνει στο παιδί ή τον έφηβο χωρίς να δίνω λύσεις και απαντήσεις που βολεύουν τα πράγματα, το να αντέχω την αλήθεια, κυρίως όταν δεν με βολεύει, είναι πρώτιστης αξίας. Και ξέρουμε ότι, όσο και να μας λένε Μίλα!, μιλάμε μόνο όταν υπάρχει κάποιος να μας ακούσει πραγματικά.
Σκεφτείτε! Η σκέψη δεν είναι χάσιμο χρόνου μέσα στην απαιτητική εποχή της όσο το δυνατόν περισσότερο αυξημένης παραγωγικότητας. Η σκέψη μας είναι η πυξίδα μας. Σκέφτομαι σημαίνει δίνω χρόνο και χώρο στον εαυτό μου να μιλήσει μέσα μου. Είναι φροντίδα εαυτού, δηλαδή. Ζητώ χρόνο για να σκεφτώ, σημαίνει δεν έχω έτοιμες συνταγές και λύσεις. Και κυρίως σημαίνει μπορώ να επεξεργαστώ τα πράγματα που με αφορούν για να αποφασίσω το καλύτερο. Σε αντίθεση με αυτό που προτείνει η εποχή μας, θα έλεγα ότι εκείνο που έχει αξία είναι το καλύτερο, όχι το γρηγορότερο.
Μιλήστε! Κι όταν δεν ξέρετε τι να πείτε, φανταστείτε!… Η φαντασία είναι το μέσο για να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Μιλάω σημαίνει απευθύνομαι, όπως είπαμε, δηλαδή χτίζω δεσμούς. Η ομιλία αποτελεί το ίδιο το αντίδοτο της βίας, είπαμε. Ό,τι γίνεται λόγος προς τον άλλον, χάνει την καταστροφική επιθετική δύναμή του.
Συνοδέψτε! Η συνοδεία στο δρόμο προς τη ζωή και τη γνώση είναι σπουδαία υπόθεση όταν δεν γίνεται καταναγκαστικά, αλλά με ευχαρίστηση και φαντασία. Η ορμή προς τη γνώση του κόσμου αρχίζει με την περιέργεια και την ευχαρίστηση , από τα πρώτα βήματα εξερεύνηση του μικρού ανθρώπου. Ίσως αυτή η πρώτη λαχτάρα, όταν συνοδεύουμε ένα παιδί στα πρώτα του βήματα να χάνεται. Όμως, όπως τότε, αυτή είναι πάντοτε αναγκαία για να μπορέσει η γνώση να μας δώσει κάποιες, ίσως, απαντήσεις στις πιο μύχιες αναζητήσεις μας. Ίσως, και να πρέπει να ξαναβρούμε την ευχαρίστηση που συνοδεύει τη μάθηση ως απαραίτητη προϋπόθεσή της.
Άλλωστε, γνωρίζουμε τι έλεγε ο Πλούταρχος για τη γνώση: η γνώση δεν είναι σακί που γεμίζει, αλλά σπίθα που ανάβει. Πρέπει να βρούμε τρόπο να ανάψουμε αυτή τη σπίθα!
* Παρέμβαση στην Ημερίδα Ψυχική υγεία και σχολείο, Αξιοποιώντας δυσκολίες και δυνατότητες στο σχολείο και την οικογένεια, που πραγματοποιήθηκε στις 4 Νοεμβρίου 2018, στο πολιτιστικό κέντρο «Μίκης Θεοδωράκης», σε συνδιοργάνωση του Κέντρου Πρόληψης Ελληνικού-Αργυρούπολης, της Ένωσης γονέων και του Συλλόγου γονέων και κηδεμόνων του 3ου Γυμνασίου Αργυρούπολης.